Σχέσεις στ-οργής και αυλαία με επίσκεψη «ισχυρού συμβολισμού»

Σχέσεις στ-οργής και αυλαία με επίσκεψη «ισχυρού συμβολισμού»

Η σχέση της Άνγκελα Μέρκελ με την Ελλάδα, ειδικά από το 2010 και μετά είναι μια σχέση έντονη, μια σχέση μίσους και αγάπης. Αλλά περισσότερο μίσους (από πλευράς πολιτών).

Η αλήθεια, άλλωστε, είναι ότι την Άνγκελα Μέρκελ, είτε τη «λατρεύεις» είτε τη «μισείς». Κατάφερε σε 16 χρόνια να γίνει σημείο αναφοράς στην Ευρώπη, αλλά αλάθητη δεν ήταν σε καμία περίπτωση, είτε αυτή ήταν η οικονομική κρίση είτε το μεταναστευτικό.

Η απόφαση της Άνγκελα Μέρκελ να έρθει στην Αθήνα, ύστερα από πρόσκληση που της απηύθυνε ο Κυριάκος Μητσοτάκης κατά τη Σύνοδο Κορυφής στη Σλοβενία, δεν ξάφνιασε πολλούς. Πριν φύγει θέλει να περάσει απ’ όλες της χώρες – σταθμούς κατά τα 16 χρόνια της εξουσίας της. Πήγε και στην Τουρκία άλλωστε.

Εκείνο που προκάλεσε αίσθηση ήταν η μέρα που επέλεξε «μια από τις πιο μισητές γυναίκες» (όπως την αναφέρει η Bild, που κάνει φάουλ με αναφορά στα όσα έχασαν οι Γερμανοί από την ελληνική κρίση, ενώ όλοι ξέρουν ότι κέρδισαν χρήματα) να έρθει στην Αθήνα: ανήμερα της εθνικής επετείου της 28ης Οκτωβρίου, 81 χρόνια από το Έπος του ’40, όταν οι Έλληνες ύψωσαν ανάστημα στον ιταλικό και γερμανικό φασισμό.

Σπάζοντας την παράδοση που τη θέλει να μην… ξενοκοιμάται, η Άνγκελα Μέρκελ θα μείνει στην Αθήνα απόψε και αύριο Παρασκευή (29.10.2021) θα γίνει δεκτή από την Πρόεδρο της Δημοκρατίας Κατερίνα Σακελλαροπούλου και στο Μαξίμου από τον πρωθυπουργό, Κυριάκο Μητσοτάκη. Απόψε, Μέρκελ και Μητσοτάκης θα τα πουν πιο χαλαρά, στο δείπνο που θα παραθέσει στο σπίτι του ο πρωθυπουργός.

Η Άνγκελα Μέρκελ φθάνει στην Αθήνα για τελευταία φορά ως καγκελάριος, σε μια από τις ενδεχομένως δυσκολότερες στάσεις της… αποχαιρετιστήριας περιοδείας της. Βασικά, ούτε καν ως καγκελάριος, εδώ και λίγες μέρες είναι υπηρεσιακή. Περιμένει τον σχηματισμό νέας κυβέρνησης για να «συνταξιοδοτηθεί» και επισήμως. Κανείς ωστόσο δεν πιστεύει ότι η επίσκεψή της θα είναι χαμηλής πολιτικής σημασίας, ή ότι η ατζέντα θα περιοριστεί σε απολογισμούς ή αποχαιρετισμούς.

Για την Ελλάδα, σύμφωνα με κυβερνητικές πηγές, η επίσκεψη της Άνγκελα Μέρκελ είναι «υψηλού συμβολισμού» γιατί «έχει χαρακτήρα απολογισμού των ελληνογερμανικών σχέσεων». Κατά τις ίδιες πηγές, η Ελλάδα του 2021 δεν έχει σχέση με την Ελλάδα του 2015 ή του 2010, η Ευρώπη του Ταμείου Ανάκαμψης είναι πλέον διαφορετική και η επίσκεψη της Άνγκελα Μέρκελ στην Αθήνα σηματοδοτεί μια αλλαγή σελίδας τόσο για τις ισορροπίες εντός Ε.Ε., αλλά και για την Ελλάδα.

Μέρκελ – Ελλάδα: Μια δύσκολη σχέση

Ήταν 19 Μαΐου 2010 όταν η Άνγκελα Μέρκελ δήλωνε, για πρώτη φορά, πως «αν αποτύχει το ευρώ, θα αποτύχει και η Ευρώπη», σηματοδοτώντας έτσι την απόφασή της να δώσει πράσινο φως στη στήριξη της ελληνικής οικονομίας. Την ίδια φράση έχει επαναλάβει έκτοτε δεκάδες φορές – ίσως για να την πιστέψει και η ίδια. Μια μέρα πριν, μιλώντας σε κομματική συνεδρίαση, έλεγε ότι «δεν γίνεται να έχουμε κοινό νόμισμα και ο ένας να κάνει πολλές διακοπές ενώ ο άλλος πολύ λίγες», σε μια «μπηχτή» για τους «τεμπέληδες» Έλληνες.

«Η βοήθεια συνδέεται με όρους», επέμενε. «Δεν μπορούμε απλώς να δείξουμε αλληλεγγύη και να πούμε ότι αυτές οι χώρες θα συνεχίσουν όπως πριν. Ναι, η Γερμανία βοηθάει, αλλά μόνο όταν και οι άλλοι καταβάλλουν προσπάθεια. Και η προσπάθεια πρέπει να αποδειχθεί». Αυτό ήταν. Ο μύθος του τεμπέλη Έλληνα, Πορτογάλου, Ισπανού, είχε (και με δική της ευθύνη) γεννηθεί και θα σκίαζε όλη την μετέπειτα περίοδο. Το περιοδικό Spiegel έγραψε πρόσφατα ότι η Μέρκελ είναι εφοδιασμένη με «μεγάλη οξυδέρκεια, αλλά καθόλου ταπεραμέντο». Και η κρίση του ευρώ ίσως χρειαζόταν λιγότερο από το πρώτο και περισσότερο από το δεύτερο.

Η άποψη όμως της Άνγκελα Μέρκελ για την Ευρώπη ήταν κάπως διαφορετική από αυτή που θα ήλπιζε ο ευρωπαϊκός Νότος. Μεγαλωμένη στην Ανατολική Γερμανία, έμαθε να βλέπει την Ευρώπη απ’ έξω. Δεν ήταν «πεπεισμένη Ευρωπαία», δεν αντιλαμβανόταν – τουλάχιστον στην αρχή – το εύρος και το βάθος της Ένωσης, ούτε τη σημασία της συνοχής της. Ευτυχώς, την αντιλήφθηκε, έστω στο παρά πέντε. Αλλά, όπως λένε επικριτές της, το «ευρωπαϊκό πάθος» του Χέλμουτ Κολ μάλλον δεν το απέκτησε ποτέ, ή έστω δεν βρήκε ανάλογο όραμα να την εμπνεύσει. Ίσως για αυτό, όπως ομολόγησε πριν από λίγες ημέρες η ίδια, το μεγαλύτερο βάρος στους ώμους της το ένιωσε όταν «έπρεπε» να ζητήσει τόσα πολλά από τους Έλληνες. Και από αυτό το βάρος κοίταξε μεν πώς θα απαλλαγεί, αλλά έδειξε σα να μη νοιάζεται για το τι θα άφηνε πίσω της.

Κάνοντας τον απολογισμό της, παραδέχθηκε ότι απαίτησε υπερβολικά πολλά από την ελληνική κοινωνία. Το έκανε χωρίς να προσπαθεί να δικαιολογηθεί. Άλλωστε η διαχείριση της κρίσης κάθε άλλο παρά την ωφέλησε στο εσωτερικό. Για την Ελλάδα και τον υπόλοιπο Νότο, ήταν πολύ λίγη, πολύ άτολμη, πολύ αυστηρή. Για πολλούς Γερμανούς, παραμέλησε τα συμφέροντα της χώρας της. «Έστριψε τις βίδες από δω κι από κει, κράτησε τη μηχανή κατά κάποιο τρόπο σε λειτουργία, αλλά έλειπε μια ‘μεγάλη στρατηγική’ για μια ισχυρή Ευρώπη», της καταλόγισε (πάλι) το Spiegel. Ο Γιούργκεν Χάμπερμας μίλαγε τότε για την «γαλήνια ακαταστασία γύρω της».

Το ευρώ τελικά δεν διασώθηκε (μόνο) από την ίδια, όπως πιστεύει ο ο Γιοχάνες Φάρβικ, καθηγητής Διεθνών Σχέσεων και Ευρωπαϊκής Πολιτικής στο Πανεπιστήμιο του Χάλε-Βίτενμπεργκ. Εκείνη ωστόσο, έστω αργά, πιστώνεται σίγουρα την αποφασιστικότητα με την οποία απέρριψε τα σχέδια του Βόλφγκανγκ Σόιμπλε για προσωρινή (;) αποχώρηση της Ελλάδας από την ευρωζώνη το 2015. Είχε στο μεταξύ συνειδητοποιήσει ότι η δύναμη της Ευρώπης δεν πηγάζει αποκλειστικά και μόνο από την οικονομική ευρωστία της και ότι η αλυσίδα είναι τόσο ισχυρή όσο ο πιο αδύναμος κρίκος της.

Εντάσεις, εντάσεις, εντάσεις

Τα δημοσιονομικά μπορεί να κυριάρχησαν στις σχέσεις του Βερολίνου με την Αθήνα την προηγούμενη δεκαετία, αλλά δεν υπήρξαν η μόνη αφορμή εντάσεων. Το ζήτημα της ονομασίας της Βόρειας Μακεδονίας, το προσφυγικό, οι σχέσεις με την Τουρκία, ακόμη και η κρίση στη Λιβύη, επιβάρυναν κατά καιρούς την επικοινωνία και τη συνεργασία των δύο πλευρών, ενώ μόνιμη σκιά παραμένει η διεκδίκηση των πολεμικών επανορθώσεων.

Η Γερμανία, εφαρμόζοντας το νέο δόγμα της εξωτερικής πολιτικής της, που προβλέπει μεγαλύτερη ανάμιξη στις διεθνείς υποθέσεις, ανέλαβε ιδιαίτερα ενεργό ρόλο στην υπόθεση του Σκοπιανού. Κύριο μέλημα του Βερολίνου ήταν η άρση του σημαντικότερου εμποδίου για την ένταξη της χώρας στις ευρωατλαντικές δομές, προκειμένου τα δυτικά Βαλκάνια να στρίψουν… δυτικά, να εξασθενίσει η επιρροή της Ρωσίας, της Κίνας, ή ακόμη και της Τουρκίας. Το περιεχόμενο της λύσης ασφαλώς δεν απασχολούσε ιδιαίτερα τους Γερμανούς και η Άνγκελα Μέρκελ είχε εκφράσει τη διαφωνία της με τον τότε αρχηγό της αξιωματικής αντιπολίτευσης και σημερινό πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη.

Την 31η Αυγούστου 2015 η Γερμανίδα καγκελάριος δήλωνε «θα τα καταφέρουμε», αναφερόμενη στην υποδοχή – κυρίως Σύρων– προσφύγων, οι οποίοι βρίσκονταν εγκλωβισμένοι στη Βουδαπέστη. Ήταν μια σπάνια περίπτωση που πρυτάνευσε το συναίσθημα: το κοινό αίσθημα των Γερμανών, που έσπευδαν στους σιδηροδρομικούς σταθμούς για να υποδεχθούν και να αγκαλιάσουν τους πρόσφυγες. Περισσότεροι από ένα εκατομμύριο άνθρωποι βρήκαν τότε καταφύγιο στη Γερμανία, αλλά η εικόνα στο εσωτερικό είχε πλέον αρχίσει να θολώνει για τα καλά. Η Εναλλακτική για τη Γερμανία (AfD), το ακροδεξιό, λαϊκιστικό κόμμα που ιδρύθηκε το 2014, με – μοναδική – πολιτική θέση την έξοδο της Ελλάδας από την Ευρωζώνη, έβρισκε νέο λόγο ύπαρξης στην προσφυγική κρίση.

Παράγοντας Ερντογάν

Η εσωκομματική γκρίνια, τα επικριτικά δημοσιεύματα της εποχής, η διαρκής κλιμάκωση μιας κρίσης χωρίς τέλος, υποχρέωσαν την Άνγκελα Μέρκελ να αναζητήσει τρόπους προκειμένου να ανακόψει τις ροές προσφύγων και μεταναστών μέσω Αιγαίου και Ελλάδας, ακόμη και παραδίνοντας τη δύναμή της – και αυτή της ΕΕ – σε έναν απολυταρχικό ηγέτη όπως ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, με την συμφωνία ΕΕ-Τουρκίας για το προσφυγικό. Πολλοί την κατηγόρησαν ότι δεν διέθετε σχέδιο και ότι επέτρεπε στον Τούρκο πρόεδρο να την εκβιάζει, και μαζί όλη την Ευρώπη.

Η προσφυγική κρίση της εξασφάλισε φήμη πέρα από την ήπειρο, στο εσωτερικό όμως της χώρας της και της υπόλοιπης Ευρώπης είχε αρχίσει η παρακμή της. Η στάση της καγκελαρίου απέναντι στον Τούρκο πρόεδρο δεν έπαψε να δίνει λαβές για ειρωνικά σχόλια και κριτική από τα ΜΜΕ και την αντιπολίτευση. Η ίδια απαντούσε πάντα ότι η Τουρκία είναι ένας δύσκολος αλλά πολύ σημαντικός εταίρος και ότι είναι προτιμότερο να συζητούμε παρά να απομονωνόμαστε. Το αποτέλεσμα των συζητήσεων είναι ασφαλώς στην κρίση του καθένα, αλλά κυρίως της επόμενης γερμανικής κυβέρνησης.

Τα τελευταία χρόνια η Μέρκελ ήταν κάποιες φορές η μόνη που διατηρούσε την ψυχραιμία της με τα καμώματα του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν. Όχι επειδή τον συμπαθούσε. Η πολιτική, κοινωνική – και οικονομική – κουλτούρα των δύο ηγετών δεν θα μπορούσε να απέχει περισσότερο.

Δεν ακούω, δεν βλέπω

Η τουρκική προκλητικότητα στο Αιγαίο βρήκε πέρυσι το Βερολίνο σε ρόλο διαμεσολαβητή μεταξύ Αθήνας και Άγκυρας και κατέστησαν επιβεβλημένη την απρόθυμη έστω εγκατάλειψη της πολιτικής ίσων αποστάσεων. Η γερμανική κυβέρνηση γνώριζε καλά τον ρόλο της Τουρκίας στο Αιγαίο, στην ανατολική Μεσόγειο, στα θέματα κράτους δικαίου. Υπό την Άνγκελα Μέρκελ όμως προσποιήθηκε συχνά πως δεν έβλεπε και δεν άκουγε. Ίσως διότι μόνο έτσι μπορούσε να διατηρεί διαύλους επικοινωνίας ανοιχτούς – και τους πρόσφυγες μακριά από τα σύνορά της.

Η υποχωρητική στάση της γερμανικής κυβέρνησης έναντι της Άγκυρας επιβεβαιώθηκε και στην περίπτωση της Διάσκεψης του Βερολίνου για τη Λιβύη, τον Ιανουάριο του 2020, όταν η Ελλάδα αποκλείστηκε από τον κατάλογο των συμμετεχόντων, παρά τα συμφέροντα και τον ρόλο της στην περιοχή. Οι δικαιολογίες των διοργανωτών δεν έπεισαν την Αθήνα, η οποία «είδε» τουρκικό δάκτυλο στο θέμα και εξέφρασε έντονα τη δυσαρέσκειά της.

Εκτός απροόπτου, στην επόμενη γερμανική κυβέρνηση θα συμμετέχουν πολιτικές δυνάμεις που άσκησαν συστηματικά κριτική στην Άνγκελα Μέρκελ για την πολιτική της έναντι της Τουρκίας, με σημείο αιχμής την πώληση στρατιωτικού εξοπλισμού στην Άγκυρα. Μένει να αποδειχθεί αν αυτή η κριτική θα αποτελέσει τη βάση για αλλαγή πολιτικής, ή αν θα αλλάξουν απλώς οι διατυπώσεις και ο τόνος, με την ουσία να παραμένει ίδια.

Ανάλογα ερωτήματα υπάρχουν επίσης για το ζήτημα της διεκδίκησης πολεμικών επανορθώσεων από την ελληνική πλευρά. Το αίτημα επανέρχεται τακτικά, με τη γερμανική κυβέρνηση να απαντά – σχεδόν μηχανικά – ότι «το θέμα είναι νομικώς και πολιτικώς λήξαν». Μένει έτσι ένα «αγκάθι» στις σχέσεις των δύο χωρών.

Η καγκελάριος δήλωσε πρόσφατα ότι δεν επιθυμεί να κάνει η ίδια απολογισμό του έργου της. «Ας το κάνουν άλλοι. Εγώ αισθάνομαι καλά με τον εαυτό μου, με τη ζωή και τη βιογραφία μου. Μου έδωσαν την ευκαιρία να προσφέρω στην πατρίδα μου», είπε χαρακτηριστικά. Γνωρίζει πάντως ότι μακριά από τη Γερμανία, δεν έχει να περιμένει πολλά «ευχαριστώ».

Τι θα συζητήσει η Μέρκελ στην Αθήνα

Η επίσκεψη της Άνγκελα Μέρκελ έρχεται σε μια συγκυρία που στην Ευρώπη συνυπάρχουν η ενεργειακή και η πανδημική κρίση και αναζητούνται λύσεις, τονίζουν οι κυβερνητικές πηγές.

Στη συνάντηση που θα έχει η Άνγκελα Μέρκελ με τον πρωθυπουργό, θα γίνει μια επισκόπηση των διμερών σχέσεων, ενώ αναμένεται να συζητηθούν ζητήματα όπως οι ελληνοτουρκικές και οι ευρωτουρκικές σχέσεις μετά και τις τελευταίες εξελίξεις και τη συνεχιζόμενη τουρκική προκλητικότητα στην Ανατολική Μεσόγειο, το μεταναστευτικό, η κατάσταση στη Λιβύη, αλλά και οι κινήσεις που έχει κάνει η Ελλάδα στο ενεργειακό με πιο πρόσφατο παράδειγμα την υπογραφή συμφωνίας με την Αίγυπτο για την ηλεκτρική διασύνδεση με Αιγύπτου-Ελλάδας, ζήτημα μαζί με την γεωπολιτική του διάσταση και τη σημασία για την ενεργειακή ασφάλεια της Ευρώπης, έθεσε ο Κυριάκος Μητσοτάκης και στο πρόσφατο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο.

Στο επίκεντρο των συζητήσεων θα βρεθούν ακόμα οι διμερείς οικονομικές σχέσεις, αλλά και η ευρωπαϊκή συζήτηση για  δημοσιονομικούς κανόνες που θα ανταποκρίνονται στις προκλήσεις της συγκυρίας και στη νέα πραγματικότητα που έχει διαμορφώσει η πανδημία.

Με πληροφορίες από ΑΠΕ – ΜΠΕ

Πηγή: Newsit.gr