Καλύτερα να μασάς παρά να μιλάς

Του Χρήστου Χωμενίδη

Και ξαφνικά βρίσκεσαι σε ένα δείπνο -εν μέρει κοινωνικό, εν μέρει επαγγελματικό- κι αισθάνεσαι τελείως ξένος. Όχι βεβαίως διότι οι μισοί συνδαιτημόνες ζουν σε άλλες χώρες, έχουν διαφορετική από εσένα αφετηρία, ανόμοιες με τη δική σου καθημερινότητες. Ούτε καν επειδή εσύ είσαι ο μοναδικός μεσήλικας ανάμεσα σε εβδομηνταπεντάρηδες και ογδοντάρηδες, οι οποίοι μετρούν σιωπηλά τις μπουκιές και τις γουλιές τους -μια κρίση δυσπεψίας μες στη νύχτα θα ήταν άκρως δυσάρεστη- και σε εικοσιπεντάρηδες και τριαντάρηδες τόσο παθιασμένους ώστε σχεδόν ξεχνούν να φάνε και να πιούν. Τι τους παθιάζει; Ζητήματα που εσένα σού φαίνονται ακατανόητα. Αδιανόητα. Ανόητα ή -στην καλύτερη περίπτωση- αυτονόητα.

Δεν αναφέρομαι προφανώς στην κλιματική αλλαγή. Στον ψυχρό μετα-πόλεμο, που ήδη εξελίσσεται μεταξύ Αμερικής και Κίνας. Στον εφιάλτη να ξεσπάσουν νέες πανδημίες, χειρότερες από τον covid 19. Εκείνα που ανεξαιρέτως συνομολογούμε ως άκρως σημαντικά δεν προσφέρονται για κουβέντα ανάμεσα σε σαλάτες και ταλιάτες. Για να επιχειρηματολογήσεις μετά λόγου γνώσεως, πρέπει να διαθέτεις ενημέρωση σε βάθος. Ειδάλλως θα ακουστείς ημιμαθής έως γραφικός σαν κάτι “αναλυτές” στην τηλεόραση. Ποιός άλλωστε έχει διάθεση να μελαγχολήσει βραδιάτικα, ακούγοντας ξανά και ξανά για παγετώνες που λιώνουν, για ζωικά είδη που εξαφανίζονται; Να πλήξει πληροφορούμενος πώς ακριβώς συνδυάζει το κινέζικο καθεστώς το πνεύμα τού Κομφούκιου με του Μάο Τσε Τουνγκ;

Άλλα είναι τα ζουμερά.

“Πέταξαν το άγαλμα του Τζέφερσον έξω από το Δημαρχείο μας” μάς φέρνει τα μαντάτα ένας Νεουορκέζος. “Καιρός ήταν!” θριαμβολογεί η διπλανή του, φοιτήτρια κοινωνικής ανθρωπολογίας. “Μα ο Τόμας Τζέφερσον” λες εσύ “αποτελεί εμβληματική μορφή των ΗΠΑ, από τους ιδρυτές-πατέρες. Εκείνος που έγραψε τη Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας…”. “Ε και λοιπόν; Είχε εξακόσιους σκλάβους! Με μια από εκείνους απέκτησε έξι παιδιά!” σε κατακεραυνώνει η ανθρωπολόγος. “Τότε εθεωρείτο κανονικό. Εν πάση περιπτώσει απολύτως ανεκτό…” “Τότε! Οι καιροί ευτυχώς άλλαξαν! Ό,τι θυμίζει τα παλιά αίσχη πρέπει να γκρεμίζεται!” Θέλεις να τους υπενθυμίσεις πως ο Χρυσός Αιώνας της Αθήνας είχε ως προϋπόθεσή του τη δουλοκτησία. Φοβάσαι όμως μην σε ρωτήσουν γιατί δεν έχουμε κατεδαφίσει ακόμα τον Παρθενώνα. Με τί θράσσος εξακολουθούμε να ανεβάζουμε τα έργα των τραγικών, να “ξεπλένουμε” τον Σοφοκλή και τον Ευριπίδη…

“Αντί να δοξάζουμε τούς κακοποιητές του παρελθόντος” παίρνει τον λόγο ένας νεαρούλης με αστραφτερό βλέμμα “ας δικαιώσουμε επιτέλους όσους έζησαν και πέθαναν μέσα στη ντροπή της πατριαρχίας! Να κάτι όμορφο να κάνει κανείς! Πόσοι συγγενείς σου” με ρωτάει ευθέως “θείες, θείοι, γιαγιάδες, παππούδες ήταν κατά βάθος γκέι; Ή λεσβίες; Ή τζέντερ φλούιντ;” Με καταλαμβάνει εξαπίνης. Είναι όμως τόσο πειστικός ώστε μπαίνω στο λούκι – αρχίζω να αναρωτιέμαι. Η θεία Λουκία μήπως; Μπα! Αγαπσαντρού ολκής. Ο θείος Γιώργος; Ούτε κατά διάνοια! Σκόρπισε τα λεφτά του στον ποδόγυρο. “Κανείς, πιστεύω…” τού απαντάω. Δεν πείθεται. “Ή εσύ φοράς πολύ χοντρές παρωπίδες” μού κάνει περιφρονητικά “ή προέρχεσαι από την πιο βαρετή οικογένεια τού πλανήτη! Μήπως ο ελέφαντας βρισκόταν στο ίδιο το παιδικό δωμάτιό σου; Η μάνα σου; Ο πατέρας σου;”

Νοιώθω αμήχανα. Προφανώς θα μπορούσα να αντεπιτεθώ. Να μιλήσω για την εγωπάθεια της διαφορετικότητας, να τον κατηγορήσω ότι τις παρωπίδες τις φοράει εκείνος. “Όπως” να του πω “οι φανατικοί Χριστιανοί εξόρκιζαν, στοχοποιούσαν κάποτε ό,τι δεν τους έμοιαζε, έτσι τώρα κι εσύ! Ψάχνεις εχθρούς για να υπάρξεις εξ αντιδιαστολής!”

Ποιο το όφελος; Στο δείπνο εκείνο, στην καρδιά της Ευρώπης, δεν παρακάθονται τίποτα περιθωριακοί, τίποτα ψώνια. Περιστοιχίζομαι από λαμπρά μυαλά – αυτό τουλάχιστον μαρτυρούν οι σπουδές τους. Από φλογερές καρδιές. Οφείλω, εάν θέλω να μην καταντήσω εγώ ο περιθωριακός του 21ου αιώνα, να αποπειραθώ να καταλάβω.

Καταλαβαίνω εν μέρει. Οι κάθε λογής μειονότητες καταπιέζονταν τόσο βάναυσα, επί τόσες εκατοντάδες χρόνια, ώστε η απέλευθέρωσή τους δεν γίνεται να μη συνοδευτεί από ακραίες υπερβολές. Ο Άλαν Τούρινγκ -ο ιδιοφυής προφήτης της πληροφορικής επιστήμης που συνετρίβη και οδηγήθηκε στον θάνατο επειδή ήταν ομοφυλόφιλος- μαρτύρησε μόλις το 1954. Στη μνήμη του ακόμα-ακόμα, οι απανταχού ΛΟΑΤΚΙ+ θα κοιτούν καχύποπτα όποιον υποψιάζονται και για ψήγματα ακόμα σεξιστικού λόγου.

Μπαίνεις, από την άλλη, στον πειρασμό να τους υπενθυμίσεις ότι οι ευαισθησίες που τούς διακατέχουν αποτελούν συνήθως ευαισθησίες πολυτελείας. “Του πρώτου κόσμου”. Όταν η πλειονότητα των κατοίκων της γης στενάζει κάτω από αυταρχικά καθεστώτα… Όταν ακόμα και στην Ευρώπη -και στην Κυψέλη ακόμα- εφαρμόζεται σε μουσουλμανικές κοινότητες ο νόμος της σαρίας που παντρεύει προέφηβα κορίτσια με μπαρμπάδες… Δεν ηχεί κωμικό να ξεχειλίζεις από ιερή οργή επειδή ο διευθυντής της Bild στη Γερμανία, εκμεταλλευόμενος τη δεσπόζουσα θέση του, παρέσερνε -δίχως να ασκήσει ίχνος βίας σωματικής ή ψυχολογικής, με τη δεδηλωμένη τους συναίνεση- νεαρές δημοσιογράφους στο κρεββάτι;

“Η φρίκη για το ένα” θα σου απαντήσουν “δεν αποκλείει την αποδοκιμασία τού άλλου!” “Ιεραρχήστε τουλάχιστον τα προβλήματα” θα τους κάνεις. “Διότι κινδυνεύετε να επιφέρετε το πλέον ανεπιθύμητο αποτέλεσμα. Το ζήσαμε μία φορά στην Αμερική, όταν ο Τραμπ εναγκαλίστηκε τους λευκούς ετεροφυλόφιλους, “κανονικούς” πληθυσμούς, τους οποίους ρητά εχθρεύονταν οι πιο “προοδευτικοί”. Το ξαναβλέπουμε τώρα στη Γαλλία, όπου ο σοφιστικέ ακροδεξιός Ερίκ Ζεμούρ φέρεται να περνάει στον δεύτερο γύρο των προεδρικών εκλογών.”

Ο “μέσος άνθρωπος” ως εχθρός αλλά και ως τιμωρός κάθε “πεφωτισμένης” μερίδας. Τον Μάη του 1968 το Παρίσι σειόταν από τους κήρυκες της “Φαντασίας στην Εξουσία”. Έναν μήνα αργότερα, η Δεξιά σάρωσε στις κάλπες. Συγκέντρωσε υπό τη βαριά σκιά του Ντε Γκωλ ένα ιλιγγιώδες 58%. Δεν σημαίνει ασφαλώς ότι η εξέγερση των νέων δεν άφησε βαθύ το ίχνος της.

Θα συμβεί το αντίστοιχο και στον καιρό μας; Θα αμφιταλαντευτούμε στα άκρα ώσπου να βρούμε τελικά μια νέα ισορροπία; Ή -όπως αρκετοί γνησίως φιλελεύθεροι απαισιοδοξούν- θα βυθιστούμε στην τυραννία της πολιτικής ορθότητας που λίγο θα διαφέρει από τον μακαρθισμό ή ακόμα και από την Ιερά Εξέταση;

Παρατηρώ, στο τραπέζι, τους εβδομηντάρηδες, τους ογδοντάρηδες. Έχουν πιάσει ψιλή κουβέντα μεταξύ τους, αδιαφορούν επιδεικτικά για τους καημούς των νέων. Και δικαίως. Έχουν την πολυτέλεια (εάν δεν τους βγάλουν τίποτε άπλυτα προ τριακονταετίας στη φόρα) να περάσουν το υπόλοιπο του βίου τους σε νοσταλγικούς θύλακες.

Οι νέοι παρατηρούν εμένα. Μού πετούν σπόντες, με προκαλούν, για να κάνω το μοιραίο ατόπημα, να πω την πολύ λάθος ατάκα που θα με ρίξει στην πυρά. Διαθέτω όλες τις προδιαγραφές για κάτι τέτοιο. Είμαι παρά δύο χρόνια μπούμερ – ό,τι φρικτότερο για τις κατοπινές γενιές.

Ένας γηραιός, πλην κοτσονάτος, συγγραφέας από τη Μασσαλία σκύβει στο αυτί μου. Μού ψιθυρίζει μια φράση που μεθερμηνευόμενη στα ελληνικά σημαίνει: “Καλύτερα να μασάς παρά να μιλάς.” Και μού προσφέρει μια μπουκιά από το -νοστιμότατο ομολογουμένως- σεμιφρέντο.

* Ο κ. Χρήστος Χωμενίδης είναι συγγραφέας 

Πηγή άρθρου και φωτογραφίας :

https://www.capital.gr/