Γλυκά Νερά: «Πώς δολοφόνησα την Καρολάιν»

Γλυκά Νερά: «Πώς δολοφόνησα την Καρολάιν»

Μια …μικρή ενταση ήταν αρκετή φαίνεται για να χάσει τον έλεγχο ο Μπάμπης Αναγνωστόπουλος και να προβεί στο έγκλημα, στα Γλυκά Νερά, ακριβώς έναν χρόνο πριν.

Όπως ο ίδιος είπε στην απολογία του, είχε προηγηθεί καβγάς του ζευγαριού, επειδή το μωρό πήγε να πέσει από τον καναπέ του σαλονιού και το έπιασε.

Αναγνωστόπουλος: Την έπιασα λίγο αγαρμπα κι έκλαιγε. Με ρώτησε “γιατί έκλαψε;”». «Δεν έπεσε της είπα», “δώσ’ τη μου να την ηρεμήσω”, μου είπε. Δεν της την έδωσα κι εκείνη μου είπε” δε με νοιάζει, κρατά τη, μη μου τη δώσεις, πάω για ύπνο”. Ανέβηκε στο υπνοδωμάτιο. Αυτό έγινε κατά τις 22:30. Ήταν πρόδρομος ενός ξεσπάσματος, τα είχα ξαναζήσει. Αυτό το περιστατικό μπορεί μετά από μια ώρα-δυο θα ηρεμούσαμε, το είχαμε ξαναζήσει. Ήμασταν μαζί.

Πρόεδρος: Ναι, αλλά με προβλήματα. Περιμένατε να συνηθίσει ο ένας τον άλλον;

Αναγνωστόπουλος: Περάσαμε πάρα πολλά μαζί. Δεν υπήρχε άνθρωπος στη ζωή μου και δεν θα ξαναυπάρξει, γιατί η Καρολάιν είναι αναντικατάστατη. Είναι ο άνθρωπός μου. Μου ήρθαν δυο μηνύματα, το ένα “you are stupid”, το είδα σαν ειδοποίηση. Το αγνόησα. Δεν είναι βρίσιμο.

Πρ.: Είναι.

Αναγνωστόπουλος: Δεν το παρεξήγησα, δεν το έλαβα υπ’ όψιν. Μου είπε μετά σε άλλο μήνυμα, “μη μου φέρεις τη μικρούλα”. Το ένιωσα σαν να ήθελε να με πληγώσει. Επειδή το κράτησα εγώ πριν το παιδί. Δεν της απάντησα στα μηνύματα για να μην πυροδοτήσω ένταση. Περίμενα και οι σκέψεις μου είναι ότι είναι ένα μήνυμα που θα με ταλαιπωρήσει, αλλά μετά από λίγο θα μου έλεγε να ανεβώ επάνω ή να της πάω το παιδί. Ήξερε ότι είχα να ξυπνήσω στις 06:30 για να πετάξω. Μετά τις 12 τα μεσάνυχτα ανέβηκα, σκέφτηκα ότι θα της είχε περάσει. Πήγα να ξαπλώσουμε, αρνήθηκε. Δεν θυμάμαι τι μου είπε, δεν είχε σημασία.

Πρ.: Έχει σημασία τι σας είπε.

Αναγνωστόπουλος: Το μόνο άσχημο σχόλιο το είχε κάνει πριν, όταν ανέβαινε τις σκάλες που είπε “δεν πάτε να ψοφήσετε και οι δυο”, αλλά ήξερα ότι δεν το εννοεί. Όταν ανέβηκα μου είπε “αφήστε με ήσυχη”.

Με τη μικρή ανέβηκα άλλες δύο φορές. Γύρω στη μία και μισή ανέβηκα τρίτη φορά. Στο ενδιάμεσο καθόμουν με τη μικρούλα στον καναπέ.

Πρ. Κοιμόταν; 

Αναγνωστόπουλος: Ήταν ξαπλωμένη, μου φάνηκε ότι ηρεμεί και πως μας κατάλαβε. Άφησα τη μπεμπούλα.  Πήγα να ανέβω στο κρεβάτι και αυτό την εξόργισε σε μεγάλο βαθμό, επειδή ό,τι μου έλεγε να μην κάνω. το έκανα.

Πρ: τι έγινε μετά;

Άρχισε να μου φωνάζει δυνατά, τις βρισιές δεν τις θυμάμαι, δεν έχουν για μένα σημασία. Δεν μπορώ να πω κάτι κακό γι αυτήν. Ήταν μια κλασική στιγμή έξαρσης με τον θυμό εκτός ελέγχου, με έστειλε στο διάολο, “φύγετε” έλεγε, “κόψτε το λαιμό σας, φύγετε δεν σας θέλω εδώ”. Αυτό ίσως να κράτησε το πολύ πέντε λεπτά. Ήταν ένα σύντομο περιστατικό.

Πρ. Νιώσατε να απειλείται από τη μητέρα του;

Αναγνωστόπουλος: Όχι, είναι μια υπέροχη μητέρα. Μέσα στην έκρηξη δεν ξέρω αν θόλωσε τόσο, εάν άθελά της θα έκανε κακό στη μικρή.

Πρ.: Τι σκεφτήκατε;

Αναγνωστόπουλος: Ήταν η πρώτη φορά που αφορούσε και κάποιον άλλον, τη μπεμπούλα. Σκέφτομαι εάν είναι τόσο πολύ εκτός ελέγχου. Έχει θολώσει σε τέτοιο σημείο να μην θέλει το παιδί.

Πρ. Τι πέρασε από το μυαλό σας;

Αναγνωστόπουλος: Ότι σε μία έκρηξή της έκανε άθελά της κακό στο παιδί. Με διέλυσε ότι είδα τη μικρή σε έναν υποτυπώδη κίνδυνο.

«Έτσι τη δολοφόνησα» 

Όπως είπε στη συνέχεια, πήγε και ξάπλωσε δίπλα της.

Αναγνωστόπουλος: Το μόνο που ήθελα να ακούσω ήταν “δεν το εννούσα”, ένα “συγγνώμη”, αλλά ίσως ήταν πολύ νωρίς.

Πρ.: Κοιμόταν;

Αναγνωστόπουλος: Όπως και πριν, ξαπλωμένη με κλειστά μάτια. Στο άνοιγμα της πόρτας, δεν αντέδρασε. Το κατάλαβε όταν έκατσα δίπλα της.

Κινήθηκε, γύρισε το κεφάλι. Θέλησα να την πάρω αγκαλιά, μια συγγνώμη, όχι να την ακούσω, να την καταλάβω.

Ξάπλωσα και πήγα να την πάρω αγκαλιά. Πήγε να τιναχτεί απότομα, είχε αντίδραση. Με απωθούσε με το αριστερό χέρι. Δεν ήταν θετική να τα βρούμε. Μου είπε “φύγε”.

Πρ.: Ήταν τόσο σημαντικό να βρεθεί λύση εκείνη την ώρα;

Αναγνωστόπουλος: Η πιο σωστή λύση ήταν να ακούσω μια συγγνώμη, να λήξει το πρόβλημα και η μικρή να κοιμηθεί με τη μαμά της. Γύρισε με κοίταξε και μου είπε “φύγε”. Της είπα «αγάπη μου να κοιμηθούμε μαζί».

Πρ.: Ανεβήκατε στο σώμα της;

Αναγνωστόπουλος: Προσπαθούσα να την αγκαλιάσω, σωστά.

Πρ.: Ήταν μπρούμυτα ή ανάσκελα;

Αναγνωστόπουλος: Στο πλάι. Προσπαθούσα να την αγκαλιάσω. Έμεινα πάνω της 4-5 λεπτά ώστε να μη μπορεί να με χτυπήσει.  Την πίεσα στο μαξιλάρι. Πήρα το μαξιλάρι. Μου φώναζε.

Πρ.: Μπορούσε να φωνάξει;

Αναγνωστόπουλος: Μπορούσε, “σήκω παράτα με, φύγε, δεν θέλω να πω άλλα. Ηλίθιε ή άει…”, δεν θέλω να τα πω.

Πρ.: Ποιος ήταν ο σκοπός σας; Να την ηρεμήσετε;

Αναγνωστόπουλος: Δυστυχώς δεν θα το συγχωρέσω ούτε θα το εξηγήσω ποτέ.

Πρ.: Έκανε κάτι το θύμα;

Αναγνωστόπουλος: Μετά από το πρώτο κομμάτι, είναι τόσο θολωμένο το μυαλό μου, μα με βρίζει, δεν υπάρχει λογική.

Πρ.: Δεν σκεφτήκατε ότι δεν μπορούσε να αναπνεύσει;

Αναγνωστόπουλος: Δεν μπορώ να το εκλογικεύσω. Θα είναι για πάντα παρούσα στη ζωή μου.

Πρ.: Δεν σκεφτήκατε τον έρωτά σας για την κοπέλα; Είχατε τη ζωή της στα χέρια σας. Το παιδί σας;

Αναγνωστόπουλος: Ήταν και θα ήταν για πάντα το παιδί στη ζωή μας. Δεν υπήρχε σενάριο να μην υπάρχει η μάνα της στη ζωή.

Πρ.: Την ώρα που ξεψυχούσε δεν το σκεφτήκατε;

Αναγνωστόπουλος: Υπήρχε περίπτωση με λογική να το σκεφτώ αυτό; Όχι. Θεώρησα ότι έχει λιποθυμήσει… Θεώρησα ότι έχασε τις αισθήσεις της. Η πρώτη μου σκέψη είναι ότι εύχομαι να είναι λιπόθυμη. Όταν τη γύρισα στο πρόσωπο και την είδα προφίλ, κατάλαβα ότι είναι νεκρή. Είναι θολές οι εικόνες.

Πρ.: Είμαι σίγουρη ότι το βλέπετε ξεκάθαρα τώρα μπροστά σας και σας κυνηγάει.

Αναγνωστόπουλος: Είδα ανοιχτά τα μάτια της.

Πρ.: Πώς αντιδράσατε;

Αναγνωστόπουλος: Άρχισα να κλαίω, να τραβάω τα μαλλιά μου. Οι επόμενες στιγμές είναι εξίσου χαοτικές με το μαξιλάρι. Περπατάω πάνω – κάτω σε πλήρη σύγχυση και διάλυση.

Τσέκαρα ότι το παιδί κοιμάται στον καναπέ και έτρεξα ξανά επάνω. Δεν μπορούσα να το συνειδητοποιήσω.

Πρ.: Πότε άρχισε να λειτουργεί το αίσθημα της αυτοσυντήρησης;

Αναγνωστόπουλος: Ήμουν πολλή ώρα στην ίδια κατάσταση. Το πρώτο που σκέφτηκα ήταν πώς άφησα να συμβεί αυτό το πράγμα;

Πρ.: Σκεφτήκατε να παρουσιάσετε μια άγρια ληστεία. Ακόμα και η αστυνομία είχε επικηρύξει τους δράστες για 300 χιλιάδες ευρώ. Εγώ προσωπικά σας πίστεψα.

Αναγνωστόπουλος: Έλεγα ότι θα γινομουν πειστικός αν κάνω κακό και στο ζωάκι. Εκτος από την ηλιθιότητα της σκέψης, στο θολωμένο μου μυαλό δεν υπήρχε λογική.

Πήγα στο ισόγειο, πήρα το σκυλί με το λουράκι. Δεν ήμουν νηφάλιος… Τράβαγα τα μαλλιά μου. Σήκωσα το σκυλί ελαφρά κι έβαλα το λουρί στο κάγκελο. Έφυγα. Ήταν αδύνατο να κοιτάω τη Ρόξυ… Το σκυλί έβγαζε δυνατούς ήχους, έντονους. Διήρκεσαν κάποια δευτερόλεπτα…

naftemporiki.gr

Πηγή: Naftemporiki.gr