Χορηγούν τα ίδια εμβόλια- Γιατί κάποιες χώρες αντιμετωπίζουν πιο θανατηφόρες εξάρσεις;

Τα πρώτα σημάδια του νέου κορωνοϊού εμφανίστηκαν τον Δεκέμβριο του 2019 στη Γουχάν της Κίνας. Έκτοτε η ανθρωπότητα έχει περάσει διάφορες φάσεις με τον ιό, και σήμερα πια έχει κατακτήσει κάποια επίπεδα ελευθερίας, συμβιώντας πάντα με τον Covid-19.

Με «όπλο» την επιστήμη, οι περισσότερες ανεπτυγμένες χώρες του κόσμου έχουν εμβολιάσει σημαντικό μέρος του πληθυσμού τους, με τα πιο αποτελεσματικά εμβόλια που είναι διαθέσιμα, διεκδικώντας το τείχος ανοσίας. Παρόλα αυτά, και ενώ είναι σαφές ότι τα εμβόλια οδήγησαν σε μείωση των θανάτων κατά τα τελευταία κύματα που τροφοδότησε η παραλλαγή Δέλτα, ορισμένες χώρες αντιμετώπισαν πιο θανατηφόρα ξεσπάσματα του ιού.

Χώρες, για παράδειγμα όπως η Γερμανία, η Δανία και το Ηνωμένο Βασίλειο έχουν δει τους θανάτους από Covid να πέφτουν περίπου στο ένα δέκατο των θανάτων που καταγράφηκαν στην κορύφωση των προηγούμενα κυμάτων. Στο Ισραήλ, την Ελλάδα και τις ΗΠΑ, οι θάνατοι μειώθηκαν, αλλά παρέμειναν περισσότερο από το μισό των θανάτων που καταγράφηκαν στην κορύφωση των προηγούμενα κυμάτων.

Άλλες χώρες, κυρίως οι αναπτυσσόμενες οικονομίες με λιγότερο ικανά υγειονομικά συστήματα, βασίστηκαν σε κινεζικά ή ρωσικά εμβόλια που έχουν αποδειχθεί λιγότερο αποτελεσματικά. Αυτές οι περιοχές είδαν αύξηση τόσο των κρουσμάτων όσο και των θανάτων από τον Ιούλιο, όταν δηλαδή ξεκίνησε την «επίθεση» το στέλεχος Δέλτα.

Σε ανάλυσή του το Bloomberg (στις οικονομίες που έχουν εμβολιάσει περισσότερο από το 55% του πληθυσμού τους και προσφέρουν εμβόλια με ποσοστά αποτελεσματικότητας περίπου 60 έως 90% έναντι συμπτωματικών περιπτώσεων της παραλλαγής  Δέλτα), καταλήγει στο συμπέρασμα ότι για να μειωθεί ο αριθμός των νεκρών δεν μετράει μόνο ο τύπος των εμβολίων ούτε η έκταση του εμβολιασμού.

Ποιοι άλλοι παράγοντες συνεισφέρουν

1. Μερικά από τα μέρη που σημειώνουν χαμηλά ποσοστά θνησιμότητας έχουν υιοθετήσει μεγαλύτερο διάστημα από το τυπικό των 3-4 εβδομάδων μεταξύ της χορήγησης των δύο πρώτων δόσεων.

2. Η εξασθένηση της ανοσίας κατέστησε τις πιο αργές αλλά σταθερές εμβολιαστικές εκστρατείες πιο αποδοτικές στην επέλαση της παραλλαγής Δέλτα. Οι χώρες που εμβολίασαν αστραπιαία τον πληθυσμό τους, όπως το Ισραήλ και οι ΗΠΑ, είχαν πιθανότατα μια ασθενέστερη ασπίδα εμβολιασμού όταν άρχισε να επεκτείνεται το στέλεχος Δέλτα. Η έρευνα έχει πλέον επιβεβαιώσει ότι από δύο ομάδες ανθρώπων που εκτέθηκαν στην παραλλαγή Δέλτα, η ομάδα που είχε εμβολιαστεί πέντε μήνες νωρίτερα είχε πάνω από 50% περισσότερες πιθανότητες να εκδηλώσουν συμπτωματικές πρωτογενείς λοιμώξεις.

3. Η εστίαση στην ανακοπή των κρουσμάτων στους ηλικιωμένους.

Η Δανία, για παράδειγμα, δεν έχει δει νέο κύμα κρουσμάτων ή θανάτων από τότε που ξεκίνησαν οι εμβολιασμοί νωρίτερα φέτος, με τη χώρα μάλιστα να έχει άρει όλους τους περιορισμούς. Οι αξιωματούχοι αποδίδουν αυτή την επιτυχία στην εστίαση της χώρας στον εμβολιασμό των ηλικιωμένων, η οποία συνέβαλε αρχικά στη συγκράτηση του ευρύτερου αριθμού των νεκρών.

Η εστίαση στους ηλικιωμένους βοήθησε επίσης την Ιαπωνία, αν και όχι στον ίδιο βαθμό. Η χώρα έχει εμβολιάσει περίπου το 90% του πληθυσμού της ηλικιακής ομάδας άνω των 65 ετών και το αποτέλεσμα ήταν ήδη εμφανές όταν το στέλεχος Δέλτα οδήγησε σε ρεκόρ μολύνσεων τον Αύγουστο. Κατά τη διάρκεια εκείνου του κύματος, οι υψηλότεροι θάνατοι μειώθηκαν κατά 43% από την προηγούμενη κορύφωση, αν και τα κρούσματα ήταν 2,5 φορές υψηλότερα. Δεδομένου ότι η Ιαπωνία φιλοξενεί τον γηραιότερο πληθυσμό του κόσμου, η παραλλαγή Δέλτα θα μπορούσε να είχε προκαλέσει πολύ περισσότερους θανάτους αν δεν είχαν προτεραιοποιηθεί οι ηλικιωμένοι.

4. Ο πολύπλοκος παράγοντας της φυσικής ανοσίας καθιστά πιο ευάλωτες στην παραλλαγή Δέλτα τις χώρες που στα αρχικά κύματα της πανδημίας διακρίθηκαν για τον χειρισμό τους, κρατώντας εκτός συνόρων τον κορωνοϊό.

Οι ασιατικές χώρες, για παράδειγμα, χάρη στα αποτελεσματικά μέτρα περιορισμού, απέφυγαν σε μεγάλο βαθμό τα θανατηφόρα ξεσπάσματα στην αρχή της πανδημίας. Σήμερα όμως ο πληθυσμός τους είναι πιθανότατα πιο ευάλωτος στην εξαιρετικά μεταδοτική παραλλαγή Δέλτα, μια ανησυχία που εξηγεί την απροθυμία κάποιων περιοχών, όπως η ηπειρωτική Κίνα και το Χονγκ Κονγκ, να ανοίξουν τα σύνορά τους.

naftemporiki.gr